μάχαιρα

μάχαιρα
-ας + N 1 23-36-109-11-12=191 Gn 22,6.10; 27,40; 31,26; 34,25
alternating with ῥομφαία as stereotypical rendition of חרב; sword Ez 5,2; (short) sword, dagger Gn 27,40; id. (metaph.) Is 49,2; sacrificial knife (exceptionally for מאכלת) Gn 22,6
μάχαιρα δίστομος double-edged sword Jgs 3,16; μάχαιρα πετρίνη stone knife Jos 5,2; παραδώσω ὑμᾶς εἰς μάχαιραν I shall deliver you up to the sword, I shall deliver you up to death Is 65,12; φάγεται ἡ μάχαιρα the sword devours 2 Sm 11,25; αἰχμαλώτιδας μαχαίρᾳ those captured by the sword, prisoners of war Gn 31,26
*Jer 27(50),21 μάχαιρα sword-ֶחֶרב
for MT ֲחרֹב
slaughter; *Jer 32(25),38 τῆς μαχαίρας of the sword-
חרב for MT חרון of (his fierce) anger; *Ez 26,15 μάχαιραν the sword-חרב for MT הרג slaughter
Cf. DORIVAL 1994 53.428-429; HARL 1986a, 193(Gn 22,6); MURAOKA 1970, 499-500; WEVERS 1993,
509; →MM; TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μαχαίρα — μαχαίρᾱ , μάχαιρα large knife fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαίρᾳ — μαχαίρᾱͅ , μάχαιρα large knife fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαίρα — Μαχαίρᾱ , Μαχαίρευς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — large knife fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η (ΑM μάχαιρα) 1. όργανο με λαβή… …   Dictionary of Greek

  • μάχαιρα — η 1. το μεγάλο μαχαίρι. 2. φρ., «Μάχαιραν έδωσες μάχαιρα θα λάβεις», αυτοί που βλάπτουν τους άλλους τιμωρηθούν με τον ίδιο τρόπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαχαίρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η μεγάλο μαχαίρι. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • Μαχαιρᾶ — Μαχαιρεύς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαιρά, μονή — Ανδρικό μοναστήρι της Κύπρου, το οποίο εξαρτάται από την Αρχιεπισκοπή της Κύπρου. Ιδρύθηκε από τους μοναχούς Ιγνάτιο και Προκόπιο το 1172 και σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια του νησιού. Η μ.Μ. ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τους… …   Dictionary of Greek

  • μαχαίρας — μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem acc pl μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρ' — μάχαιρα , μάχαιρα large knife fem nom/voc sg μάχαιραι , μάχαιρα large knife fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”